...Κι εγώ μπροστά πηγαίνοντας θα
σ’οδηγώ στο δρόμο.
Κι όταν στην πόλη φτάσουμε με
τους ψηλούς τους πύργους,
εκεί λιμάνι έχει όμορφο στο ’να
και στ’ άλλο μέρος,
πόχει το έμπα του στενό κι έχουν
εκεί τραβήξει
τα τρεχαντήρια στη στεριά, καθένα
στη σκεπή του.
Γύρω στον όμορφο ναό του
Ποσειδώνα υπάρχει
κι η αγορά μ’ ασήκωτες πέτρες στη
γη χωμένες
στρωμένη, όπου των καραβιών τ’
άρμενα μέσα φτιάνουν,
τα παλαμάρια, τα πανιά και ξύνουν
τα κουπιά τους.
Γιατί οι Φαιάκοι για σπαθιά δεν
νοιάζονται ή δοξάρια,
μον’ για κατάρτια και κουπιά κι
ισόμετρα καράβια,
που στον αφρό της θάλασσας τα
χαίρονται να τρέχουν.
(Ομήρου Οδύσσεια, Ραψωδία ζ΄, Μετάφραση Ζ. Σιδέρη)
Ήρθε στου Αλκίνου τ’ ακουστά
παλάτια κι ο Οδυσσέας,
κι ο νους του σάστιζε πριν πάει
στα χαλκωτά κατώφλια·
τι σα φως ήλιου ή φεγγαριού στα
μάτια του φαινόταν.
………………………………………………………………
Πενήντα μες στους πύργους του
γυναίκες είχε εργάτρες
άλλες τους στο χερόμυλο ξανθό
σιτάρι αλέθουν,
άλλες τους φαίνουνε πανί και
κλώθουν καθισμένες,
τα φύλλα λεύκας αψηλής
σαλεύοντας· και τόσο
κρουσόφαντα είναι τα λινά που
τρέχει ογρό το λάδι.
Τι όσο περνούν οι Φαίακες στον
κόσμο όλους τους άλλους
σε καραβιού κυβέρνημα, τόσο
πιδέξιες είναι,
στο φάδι κι οι γυναίκες τους, που
η Αθηνά να φτιάνουν,
ώρια δουλειά τις έμαθε και νου
λαμπρό εδωσέ τους.
Παρόξω απ’ την αυλή, σιμά στην
θύρα, έχει περβόλι,
τεσσάρω ζευγαριών παντού
καλοφραγμένο γύρω
που δέντρα πλήθος φαίνονται, αψηλά
και φουντωμένα.
Εκεί απιδιές, ροδιές, μηλιές με
τα λαμπρά τα μήλα,
συκιές γλυκόκαρπες κι ελιές γερές
και φουντωμένες.
Δεν λείπει ολοχρονής καρπός,
χειμώνα καλοκαίρι·
τι άλλα τ’ αγέρι το γλυκό
γεννάει, κι άλλα ωριμάζει.
Μεστώνει απίδι, κι άλλο ανθεί, και
μήλο πας στο μήλο,
και στο σταφύλι άλλο τσαμπί και
σύκο πας στο σύκο.
Βρίσκεται φυτεμένο εκεί και
πλούσιο αμπελοκήπι,
με αλώνι μέσα, λιακωτό σε γης
καλοστρωμένη,
που από τον ήλιο δέρνεται·
σταφύλια αλλού τρυγιούνται,
αλλού πατιούνται· παραμπρός κρεμιένται
οι αγουρίδες
στο ξάνθισμά τους· παρακεί να
βάφουν αρχινάνε.
Έχει κι ωριόπλουμες βραγιές στου
περβολιού τις άκρες,
κάθε αθάνατης λογής που ολοχρονίς
φαντάζουνε στο μάτι,
και βρύσες δυο· σκορπιέται η μια
μες σ’ όλο το περβόλι,
κι η άλλη κάτω απ’ της αυλής
διαβαίνει το κατώφλι,
προς το παλάτι, κι έπαιρναν κείθε
νερό οι πολίτες.
Τέτοια οι Θεοί χαρίζανε λαμπρά
του Αλκίνοου δώρα.
(Ομήρου Οδύσσεια, ραψωδία ζ΄,
Μετάφρ. Αργύρη Εφταλιώτη)


facebook
twitter
google+
fb share