ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ
Loading...
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Μικρή αγρυπνία στο μαγικό κόσμο του κυρ Αλέξανδρου …

Γιώργος Ηρακλέους

Η μικρή αυτή αγρυπνία δεν τελείται κατανυκτικά στο εξωκκλήσι του προφήτη Ελισσαίου κοντά στου Μακρυγιάννη, όπου ο κυρ Αλέξανδρος έψελνε βραχνά και συγκινητικά τον Εσπερινό, όσο ζούσε στην Αθήνα, είναι απλά ένα ταπεινό συλλειτουργό για την καλύτερη προσέγγιση της ψυχής, της σκέψης, της συνείδησης και της γραφίδας του Παπαδιαμάντη, αυτού του αγίου των Ελληνικών Γραμμάτων και των φτωχών ανθρώπων του λαού μας, όπως τον χαρακτήρισαν κάποιοι, και που ο ίδιος, αν ζούσε και γνώριζε, θα θεωρούσε ασέβεια αυτό το χαρακτηρισμό.

Οι ερμηνευτικοί άξονες του έργου του Παπαδιαμάντη είναι λιτοί και αυστηροί σαν τους θρησκευτικούς κανόνες ή τα απολυτίκια των αγίων και ακολουθούν την παρακάτω ιεράρχηση:

Η πάλη του καλού με το δαιμονικό και το μεταφυσικό κακό. Αυτή η πάλη είναι διαρκής και ασίγαστη και συνυπάρχει στα κυριότερα πρόσωπα των έργων του, τα οποία ζουν στην αμαρτία ή στην αγιότητα. Τα κυριότερα πρόσωπα του κυρ Αλέξανδρου ανήκουν στην εξαίρεση του δαιμονικού, όχι στον κανόνα. Απέναντι στη Φραγκογιαννού, τη φόνισσα, και στις άλλες στρίγγλες, έχουμε το «Φτωχό άγιο» και τον «Κακόμη»· απέναντι στον τοκογλύφο της Σταχομαζώχτρας στέκει η γριά Αχτίτσα, η πανάγαθη και βασανισμένη. Έτσι, το έργο του είναι μία διαλεκτική σύγκρουση ανάμεσα στον ουρανό και στην κόλαση με σύνθεση την καθημερινότητα, τη ζωή με τα παιχνίδια της τύχης, στην οποία οι συμπτώσεις και το κακό έρχονται να δώσουν τραγική διάσταση και δραματική εξέλιξη στις ιστορίες των ανθρώπων. Στην Υπηρέτρα η κρίση ξεσπάει, όταν «το ονάριο» δίνει «ανυπόμονον λάκτισμα» στο σανίδι «της υποσάθρου λέμβου» με αποτέλεσμα το τραγικό ναυάγιο. Στην παρουσία αυτή του κακού ο κυρ Αλέξανδρος αντιτάσσει τη θεία πρόνοια, η οποία επεμβαίνει και ματαιώνει την καταστροφή ή άλλοτε δεν επεμβαίνει καθόλου. Όσο ο κυρ Αλέξανδρος προχωρεί στην ηλικία, η απογοήτευση φαίνεται να τον κυριεύει σαν να ξέχασε ο θεός τον κόσμο και τα πλάσματά του, σαν να απουσιάζει από τα ανθρώπινα. Η πάλη με το κακό γίνεται σκληρότερη, ανελέητη και ο ίδιος αισθάνεται ώρες ώρες να καταρρέει. Αυτό είναι ολοφάνερο στα τελευταία διηγήματά του π.χ. “Το μοιρολόγι της φώκιας” κ.ά., όπου το παιδί πνίγεται, κανείς δεν το γλιτώνει και κανείς δεν το αντιλαμβάνεται, ενώ η φύση συνεχίζει αμέριμνη την πανέμορφη λειτουργία της αγνοώντας το θάνατο.

Πέρα από το μεταφυσικό κακό στην πεζογραφία του Παπαδιαμάντη των φτωχών υπάρχει και το κοινωνικό κακό, η κοινωνική αδικία χωρίς το μεταφυσικό υπόστρωμα π.χ. η Φόνισσα δεν παραδίδεται στο θεό ή στους ανθρώπους γιατί τα εγκλήματα του ψηλωμένου νου της είναι προϊόντα της καταπίεσης και της εξαθλίωσης της γυναίκας στα χρόνια εκείνα. Οι Χαλασοχώρηδες είναι έργο στο οποίο ο κυρ Αλέξανδρος ασκεί δριμύ κοινωνικό έλεγχο και οξύτατη σάτιρα της πολιτικής ζωής, της κομματικής συναλλαγής των αστικών κομμάτων, της ασύστολης ψηφοθηρίας και ψευτιάς τους. Όμως, η αδικία συνυπάρχει με το δίκαιο και η ζωή με το θάνατο. Ο Παπαδιαμάντης δεν υποδεικνύει διέξοδο από την κυριαρχία του κακού. Πώς θα μπορούσε άλλωστε αυτός ο ταπεινός κοσμοκαλόγερος να τολμήσει κάτι τέτοιο; Τα παιδιά που πνίγονται, οι κόρες που μαραίνονται, το πλήθος των ναυτικών και των ψαράδων που αφανίζονται στη θάλασσα και τη στεριά, οι χήρες και οι μαυροφορεμένες μάνες με τα ορφανά, όλος αυτός ο χορός του θανάτου από τη μια και από την άλλη μεριά ο έρωτας σαν πάθος ή σαν όνειρο και η απέραντη ομορφιά της φύσης με τις εκπληκτικές ποιητικές περιγραφές του αγιογραφούν τον κόσμο, τη ζωή και τα πρόσωπα. Η νεοελληνική πεζογραφία στον Παπαδιαμάντη

παρουσιάζει μια κοινωνία, όπου μήτε ο αστός έχει προφτάσει να καλοκαθήσει μήτε ο προλετάριος να επαναστατήσει, γιατί έτσι συνέβαινε στα χρόνια του και ο κοινωνικός ρεαλισμός του αυτή την υποχρέωση έχει.

Οι μορφές του είναι λαξευμένες στα βράχια και ακατάλυτες στο χρόνο, είναι πρότυπα ηθογραφίας και ψυχογραφικής δυναμικής. Η καθαρότητα της ψυχής του Παπαδιαμάντη ζωγραφίζει το λαό μας φτιαγμένο όπως ήταν και είναι, από το μακρόθυμο εργάτη και μάστορα, την παιδική αθωότητα, τους γερόντους και τις γερόντισσες, τους χαρακωμένους από τους λεβάντηδες και τις κρουστές σαν τα βότσαλα κοπέλες. Όλοι αυτοί, η Ακριβούλα, η γραία Λούκαινα, ο Μπαρμπ’ Αναγνώστης, η Λενιώ, η μαμή η Μπαλαλόνα, το Κατερινιώ, ο Μπαρμπα-Γιαννιός είναι ο πικρός και βασανισμένος λαός μας με τα πάθη και τα λάθη του, στον αγώνα του για ζωή σε εποχές, όπου μια δεκαετία μετρούσε όσο μια σημερινή μέρα. Τα πρόσωπά του είναι ζωντανοί μάρτυρες και ψαλμοί σύμπασας της Ρωμιοσύνης.

Η φύση στο έργο του Παπαδιαμάντη. Με τη γραφίδα του καθρεφτίζεται η ελληνική φύση στο μαγικό καθρέφτη των διηγημάτων. Τα λιόδεντρα, οι αιγιαλοί, η θάλασσα, τα άνθη, τα αλειτούργητα εξωκκλήσια, ο ήλιος, το φεγγάρι και καθετί που βλασταίνει, κινείται και μελωδεί στη φύση περιγράφεται με μεγάλη ακρίβεια και ηδονική αίσθηση. Το ίδιο ανάγλυφα με τη σεληνοφώτιστη νύχτα και τα ταπεινά περιβολάκια της Σκιάθου ιχνογραφούνται τα φτωχά καμαράκια, τα μπαλωμένα πανωφόρια, το κρασί, ο χαλβάς, οι ελιές και όλα αυτά σαν το όλο του κόσμου της δουλειάς. Μα πάνω απ’ όλα, ο κυρ Αλέξανδρος συναναστρέφεται με τη φύση όπως με τους ανθρώπους. Η φύση ξέρει να γίνεται παιδιάστικη για ένα παιδί, τρυφερή σαν τα στήθη της Μοσχούλας, άγρια και φονική σαν τα σκοτεινά βάθη και πάθη της Φραγκογιαννούς, ψυχρή και αδιάφορη σαν εκείνη την ηλιόλουστη μέρα που προσπερνά τον πνιγμό της Ακριβούλας, ενώ την προηγούμενη κιόλας νύκτα ξέβρασε με την καταιγίδα μνήματα και σώματα νεκρών, λευκές δαντέλες και παπούτσια. Η φυσιολατρία του Παπαδιαμάντη δεν έχει μυστικές εξάρσεις, αντίθετα βρίσκεται σε διαλεκτική σχέση με τους ήρωές του σε τέτοιο βαθμό, που σχεδόν ανατρέπεται και αναιρείται. Το ίδιο συμβαίνει και στη Ρωμιοσύνη του Ρίτσου, τοπίο και άνθρωποι είναι διαλεκτικά δεμένοι. Ο Παπαδιαμάντης φανερώνει τον εσωτερικό κόσμο μέσα από τον εξωτερικό. Είναι ένας σωστός πατέρας και για τη φύση και για τον άνθρωπο. Τα αμπέλια, τα κύματα, οι άνεμοι και τα πλεούμενα αυλακώνουν τις ιστορίες του και λειτουργούν σαν απλό σκηνικό στους ήρωές του. Όμως η περιγραφή της φύσης από τον κυρ Αλέξανδρο είναι δείγμα άριστης ποιητικής, ζωγραφικής και κινηματογραφικής τεχνικής, μέγιστης αισθητικής αξίας.

«φρίσσει το κύμα εις την επαφήν της ψυχράς πνοής, φρικιά ο πορφυρούς πόντος από την κραταιάν αύραν, ρυτιδούται η θάλασσα από την αλλεπάλληλον και ραγδαίαν ριπήν, αγριαίνει το πέλαγος, ωρύεται μανιωδώς η καταιγίς, ρήγνυται το κύμα εις τους σκληρούς αιχμηρούς βράχους. Συννεφούται ο ουρανός από τας μαύρας κάπας των θυελλών, …» (από “Το σπιτάκι στη θάλασσα” στο Οδ. Ελύτης, Η μαγεία του Παπαδιαμάντη)

Το απόσπασμα αυτό τι άλλο είναι παρά ταυτόχρονα συγκλονιστικό ποίημα, πανέμορφος ζωγραφικός πίνακας και έξοχη κινηματογράφηση της φύσης;

Η περιγραφή του Παπαδιαμάντη είναι αραχνοΰφαντη, αναβρύζει, ρέει ελεύθερα – αβίαστα και πηγάζει από όλο το υλικό που έχει συσσωρεύσει στην ψυχή του τη γεμάτη παιδικές μνήμες, πικρές εμπειρίες, παρατηρήσεις και ιστορίες που άκουσε. Σαν αφηγητής δείχνει αποστασιοποιημένος (γ΄ ενικό), ενώ λειτουργεί σαν βιωματικός, με άψογη χρήση του στοχαστικού μονολόγου και των διαλόγων. Ο εξωτερικός κόσμος, ο γύρω κόσμος φιλτράρεται μέσα από το δικό του, την ψυχή του, έχει τελικά υποστεί καθολική μεταμόρφωση, έχει γίνει “παπαδιαμαντικός”. Έτσι ο έξω κόσμος εμφανίζεται στο έργο του τόσο συμβολικός όσο και πραγματικός: η ύλη μαζί με το μυστήριό της. Γι’ αυτό αποκτά βάθος, μαγεία και γοητεία. Η φύση, πλούσια και ζωντανή, αποτελεί προβολή του εσωτερικού του κόσμου πάνω στη φύση και καθρέφτισμα του φυσικού κόσμου μέσα του, όπως επισημαίνει ο καθηγητής Ν. Τωμαδάκης. Ακέραιος έμεινε μέσα του μόνο ο φυσικός κόσμος, όπως τον έζησε στα παιδικά του χρόνια, αυτή η πρώτη πατρίδα χαράς και η τελευταία πικρή νοσταλγία, αφού το φυσικό στοιχείο παλεύει αδιάκοπα να παραμείνει αγνό και να σωθεί από την επέμβαση της απληστίας του ανθρώπου για το κέρδος, που το καταστρέφει, ενώ ο κοινωνικός κόσμος μαστίζεται από τη φρίκη της εκμετάλλευσης και της αδικίας. Στη φύση ο Παπαδιαμάντης αναζητεί λυτρωτικό καταφύγιο, ενώ η κοινωνία θα εξαγνιστεί, όταν η ασυμφιλίωτη ταξική πάλη θα κατακτήσει έναν πραγματικά ανθρώπινο και δίκαιο κόσμο.

Ο νεοελληνικός κόσμος στο έργο του κυρ Αλέξανδρου συνοψίζει όλες τις προγενέστερες περιόδους της ελληνικής ιστορίας και ζωής. Σ’ αυτόν συγχωνεύεται το ασκητικό Βυζάντιο, ο παγανισμός και η γλωσσική αρτιότητα της αρχαιότητας με τη φτώχεια και την καχεξία του ελληνικού κόσμου των ημερών μας, με τη βαριά κληρονομιά των αλλεπάλληλων κατοχών από τους ξένους. Δείγμα της πολυσήμαντης αυτής απεικόνισης είναι η γλώσσα του: ένα μωσαϊκό από αρχαϊσμούς, λόγιες εκφράσεις, τύπους από συναξάρια και όλα αυτά ανακατεμένα με το λαϊκό λεξιλόγιο της καθημερινότητας, υφασμένα πάνω στον καμβά της καθαρεύουσας, όσο δυσνόητη και αν είναι αυτή για τα λαϊκά στρώματα και άγνωστη για τα παιδιά του σχολείου. Η προσφορά του κυρ Αλέξανδρου ξεπερνά τη λογοτεχνική της αξία και τη γλωσσική της ιδιορρυθμία, γιατί πάνω απ’ όλα είναι η ψυχή και το παρόν ενός λαού που ξαναζεί το φάσμα της φτώχειας, χωρίς την ανθρώπινη αγνότητα και τα ιδανικά που περίσσευαν σε άλλες περασμένες κρίσιμες εποχές. Ο Παπαδιαμάντης είναι ο μάρτυρας ενός λαού, που φέρνει απάνω του όλα τα σημάδια της τραγικής ιστορικής του περιπέτειας και που πρέπει επιτέλους να διδαχτεί και με το ταξικό του χρέος να επιβάλει την κάθαρση. Γι’ αυτό μένει πάνω απ’ όλα ελληνικός, αμετάφραστος από τους ξένους, αποκλειστικά δικός μας. Ένας κορυφαίος του χορού της ελληνικής τραγωδίας, που μπορούμε να επικαλούμαστε σε δύσκολες ώρες, όπως αυτές της κρίσης, για να ξαναπάρουμε πίσω τα δικά μας, τον υλικό και πνευματικό πλούτο αυτού του τόπου, που ο λαός μας παράγει. Το ίδιο μας προτρέπει και ο Οδυσσέας Ελύτης στο “Άξιον εστί”:

Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί,

όπου και να θολώνει ο νους σας

μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό

και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη



Η μεγάλη τέχνη τελικά βρίσκεται οπουδήποτε ο άνθρωπος κατορθώνει να αναγνωρίζει τον εαυτό του και να τον εκφράζει με πληρότητα μέσα στο ελάχιστο. Όταν τον βοηθά να μη χάσει την ιστορική του συνείδηση, την πολιτισμική και πατριωτική του ταυτότητα και τον αφυπνίζει επαναστατικά.

Γιώργος Ηρακλέους φιλόλογος

 (Αρχική δημοσίευση στο Θέματα Παιδείας τ. 45-46, Άνοιξη-Καλοκαίρι 2011)



Βιβλιογραφία

Κώστας Στεργιόπουλος, Ο Παπαδιαμάντης σήμερα. Διαίρεση και χαρακτηριστικά της πεζογραφίας του, στο Ν. ∆. Τριανταφυλλόπουλος (επιµ.), Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. 21 Κείμενα, Οι Εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1979.

Αλέξανδρος Αργυρίου, Ένα ανεπανάληπτο παράδειγμα, στο Ν. ∆. Τριανταφυλλόπουλος (επιµ.), Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. 21 Κείμενα, Οι Εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1979.

Φώτης Κόντογλου, Ο Παπαδιαμάντης, ο πνευματικός οδηγός μας, στο Ν. ∆. Τριανταφυλλόπουλος (επιµ.), Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. 21 Κείμενα, Οι Εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 1979.

Οδυσσέας Ελύτης, Η μαγεία του Παπαδιαμάντη, Ερμείας, Αθήνα 1977.

Οδυσσέας Ελύτης, Το Άξιον εστί, Τα πάθη ΙΑ΄, Ίκαρος Αθήνα 1959.





Τα κριτήρια διδασκαλίας και αξιολόγησης που ακολουθούν από διηγήματα του Παπαδιαμάντη είναι μια ταπεινή προσφορά στο φιλόλογο της Β΄ Λυκείου που θα διδάξει και θα αξιολογήσει πεζογραφία σύμφωνα με τον νέο τρόπο ερμηνείας και αξιολόγησης (Νέο σύστημα, Σεπτέμβρης 2018).

                                                        Γ.Η.


Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΑλΔε το νέο Θεατρικό έργο
του Κώστα Γερ. Καλούδη με τίτλο:
Το φάντασμα του μικρού παραδείσου


Θεατρικό έργο τριών πράξεων και δώδεκα σκηνών

Ο  Λογοτέχνης δεν είναι αθλητής για να έχει ημερομηνία λήξεως.
Ο Κώστας Καλούδης σε ώριμη πια ηλικία αλλά ακμαιότατος συγγραφικά επανέρχεται με το νέο του Θεατρικό έργο -τέταρτο δικό του- με πιο ώριμη γραφή στο αγαπημένο του είδος λογοτεχνίας στο Θέατρο. Ο Κώστας Καλούδης τόσο γλαφυρός στις περιγραφές δίνει και πάλι ένα θεατρικό έργο που διαβάζεται σαν μυθιστόρημα. Δεν διστάζει με το νέο βιβλίο του  να εισέλθει σε νέους χώρους που οι πολλοί διστάζουν να προσεγγίσουν, στο χώρο της μεταφυσικής που ιδανικά ταιριάζει με τους πρωταγωνιστές και την καθημερινότητά τους.
            Στο θεατρικό του έργο «ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ» ο Καλούδης έδινε μια λαογραφική διάσταση, στο επόμενό του με τίτλο «ΕΡΩΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΗΜΑ» υπερείχε το κοινωνικό στοιχείο και τα πάθη που βασανίζουν την κοινωνία. Ο Κώστας Καλούδης μας ξαφνιάζει ευχάριστα γιατί μπορεί να χειρίζεται με απόλυτη δεξιοτεχνία θεατρικά έργα κάθε φορά σε διαφορετικό τομέα της ζωής.
Με το νέο του βιβλίο που κυκλοφορεί από Νοέμβρη του 2019 αναδεικνύει τις πατρογονικές αρχές και αξίες. Δίνει ρόλο με εξαιρετικό τρόπο στους προγόνους που αποτελούν τον θεμέλιο λίθο και συνεχίζουν να στηρίζουν την οικογένεια, απ’ όπου κι αν βρίσκονται.
Το θεατρικό έργο τριών πράξεων και δώδεκα σκηνών, διακρίνεται για την πρωτοτυπία του την τόλμη γραφής και τα βαθύτερα νοήματά του. Οι ρόλοι κατανέμονται σε εννέα πρόσωπα και ο θεατής ή  ο αναγνώστης γίνεται ένας ακόμη από τους συμμετέχοντες αφού ζει στον παλμό του έργου.
Όλοι οι συντελεστές του νέου βιβλίου με τίτλο «ΤΟ Φάντασμα του Μικρού Παραδείσου» του Κώστα Γερ. Καλούδη είναι άξιοι συγχαρητηρίων κι ανάμεσά τους ο Στέλιος Αγγελόπουλος που φιλοτέχνησε ένα εξαιρετικό εξώφυλλο χαρακτηριστικό για την πλοκή του έργου.
            Είναι ένα έργο που θέτει το ερώτημα, αν οι νεκροί πρόγονοι έχουν το δικαίωμα να επεμβαίνουν στη ζωή των απογόνων τους.
             Ο Αλέξανδρος έχει επιφορτιστεί με την υποχρέωση να μοιράσει μέρος της περιουσίας των προγόνων του στους ανθρώπους που είχαν αδικηθεί από εκείνους για να πάψουν να τους αναθεματίζουν.
            Αυτό ήταν κάτι σχεδόν αδύνατο, αφού κανείς δεν γνώριζε να του πει, ποιοι είναι οι αδικηθέντες… Με άλλα λόγια είχε αναλάβει να λύσει έναν δυσεπίλυτο γρίφο.
            Προς το τέλος της ζωής του, ένιωθε να τον στοιχειώνουν οι πρόγονοι και τον κυρίευει ο φόβος. Έτσι αποφάσισε να τηρήσει την υπόσχεσή του και έπρεπε να πείσει και τους δικούς του απογόνους για την απόφασή του αυτή.
            Ο Κώστας Καλούδης ολοκληρώνει την εξαίσια αυτή θεατρική παράσταση με ένα επίμετρο εξ ίσου συναρπαστικό που συμπυκνώνει την υπόθεση και τα νοήματα του έργου. …  … « Έχοντας κατά νου όλα εκείνα που είχε ζήσει στην Πόλη πριν τουρκέψει, άφησε στους απογόνους του ευχή και κατάρα να είναι πάντα αγαπημένοι και ενωμένοι και δίκαιοι. Μόνο  έτσι ο Μικρός Παράδεισος, όπως τον είχε ονομάσει, θα παρέμενε δικός τους και θα τους προσέφερε όλα τα καλά της Γης, αλλιώς θα έφευγε από τα χέρια τους και θα περνούσε στα χέρια των εχθρών τους.
Περιμένουμε από τον Κώστα Καλούδη τη νέα του λογοτεχνική δημιουργία!!!
                                                          Α.Δ.
Βιογραφικό σημείωμα



Ο Κώστας Καλούδης γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1938. Έζησε για πολλά χρόνια στην Ν. Αφρική όπου εργάστηκε και σπούδασε διηγηματογραφία. Άρθρα του έχουν δημοσιευτεί σε τοπικές εφημερίδες. Βασικός συνεργάτης της «Φωνής των Αργυραδιτών» Είναι παντρεμένος και έχει δύο παιδιά. Ζει στις Αργυράδες Κέρκυρας και συμμετέχει ενεργά στα πολιτιστικά και κοινωνικά δρώμενα με ανιδιοτέλεια και άδολη αγάπη για τον τόπο. Ως συγγραφέας διακρίνεται στη δημιουργία μιας θεατρικής εξέλιξης με πρόσωπα και εικόνες που κρατάνε τον αναγνώστη-θεατή  από την έναρξη μέχρι την τελευταία σκηνή με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Τα έργα του αφορούν τις ανθρώπινες σχέσεις, θέματα της καθημερινότητάς μας, καθοριστικά όμως για την πορεία της ζωής μας.

 Έχει εκδώσει τα θεατρικά: "Στοίχημα τα πάθη μας", "Έρημος παράδεισος", "Πανσέληνος",  "Ερωτικό στοίχημα" και 
«Το φάντασμα του παραδείσου»



Βιογραφία


   
Ο λογοτέχνης Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου του 1910 στο Χαρμπίν της Μαντζουρίας. Ο πατέρας του, Χαρίλαος, είχε τη ρωσική υπηκοότητα και διατηρούσε επιχείρηση εισαγωγών - εξαγωγών. Η μητέρα του, Δωροθέα, ήταν κεφαλλονίτικης καταγωγής. Σε ηλικία τεσσάρων ετών, η οικογένειά του επέστρεψε στην Κεφαλονιά και το 1921 μετακόμισε στον Πειραιά, όπου τελείωσε το Δημοτικό και το εξατάξιο Γυμνάσιο.

Το 1928 δίνει εξετάσεις στην Ιατρική Σχολή, αλλά την ίδια χρονιά αρρωσταίνει βαριά ο πατέρας του και αναγκάζεται να δουλέψει. Για μερικούς μήνες εργάζεται σε ναυτικό γραφείο, κρατώντας τα λογιστικά βιβλία, και τον επόμενο χρόνο, αμέσως μετά το θάνατο του πατέρα του, μπαρκάρει ναύτης σε φορτηγό.

Κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του, αποτυπώνει στο χαρτί τις εικόνες από τα μέρη που επισκέπτεται, τη ναυτική ζωή, τους ναυτικούς και τις σχέσεις τους με την πατρίδα τους, τη θάλασσα και τις γυναίκες. Τον Ιούνιο του 1933 κυκλοφορεί την πρώτη του ποιητική συλλογή, με τίτλο Μαραμπού και εισαγωγικό σημείωμα του Καίσαρα Εμμανουήλ. Το βιβλίο τυπώνεται σε 245 αντίτυπα, στο τυπογραφείο του περιοδικού Ο Κύκλος, με έξοδα του ίδιου.

Το 1939 παίρνει το δίπλωμα ασυρματιστή, αν και αρχικά ήθελε να γίνει καπετάνιος. Ακολουθεί ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, πηγαίνει στρατιώτης στην Αλβανία και στα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής μένει ξέμπαρκος στην Αθήνα. Ξαναμπαρκάρει το 1944 και ταξιδεύει αδιάκοπα ως ασυρματιστής σ’ όλο τον κόσμο.

Τον Ιανουάριο του 1947 εκδίδεται η δεύτερη ποιητική συλλογή του Πούσι κι επανεκδίδεται, ύστερα από δεκατέσσερα χρόνια, το εξαντλημένο Μαραμπού από τον Θανάση Καραβία, ο οποίος το Μάρτιο του 1954 θα κυκλοφορήσει και τη Βάρδια, το μοναδικό πεζό του Νίκου Καββαδία.

Από το τελευταίο ταξίδι του επέστρεψε το Δεκέμβριο του 1974 και αμέσως ξεκίνησε τις προετοιμασίες για την έκδοση της τρίτης ποιητικής συλλογής του, την οποία όμως δεν πρόλαβε να δει τυπωμένη. Πέθανε ξαφνικά στις 10 Φεβρουαρίου του 1975, από εγκεφαλικό επεισόδιο. Στην ατζέντα του βρέθηκαν τρεις στίχοι που ήθελε να τους προτάξει στο Τραβέρσο, κάτι που δεν έγινε...

Μα ο ήλιος αβασίλεψε κι ο αητός απεκοιμήθη
και το βοριά το δροσερό τον πήραν τα καράβια.
Κι έτσι του δόθηκε καιρός του Χάρου και σε πήρε.
Τρία χρόνια μετά το θάνατό του, κάποια από τα ποιήματά του μελοποιήθηκαν από τον Θάνο Μικρούτσικο, στο δίσκο Σταυρός του Νότου. Μέσω αυτών των τραγουδιών, και άλλων που ακολούθησαν, ο Νίκος Καββαδίας έγινε γνωστός στο ευρύτερο κοινό.

Κεφάλαια Βιογραφίας Είπαν γι’ αυτόν
ΠΟΛΥΜΕΣΑ
 Θάνος Μικρούτσικος - Kuro Siwo Θάνος Μικρούτσικος - Αρμίδα Γιάννης Κούτρας - Ένα μαχαίρι Βασίλης Παπακωνσταντίνου - Ένας Νέγρος Θερμαστής από το Τζιμπουτί
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ
Kuro Siwo
Mal du depart
Αρμίδα
Ένα Μαχαίρι
Ένας Νέγρος Θερμαστής από το Τζιμπουτί
Εσμεράλδα
Θεσσαλονίκη
Λύχνος του Αλαδίνου
Ο πιλότος Νάγκελ Χάρμπορ
Πούσι

sansimera.gr
Το www.argyrades.gr σας προτείνει ντα παρακάτω ΒΙΝΤΕΟ








Σαν σήμερα, 9 Φλεβάρη 1996, έφυγε από τη ζωή η κομμουνίστρια ηθοποιός, χορεύτρια και τραγουδίστρια Ντιριντάουα


Στις 9 του Φλεβάρη 1996, έφυγε από τη ζωή η κομμουνίστρια ηθοποιός, χορεύτρια και τραγουδίστρια Καίτη (Κατερίνα) Οικονόμου, περισσότερο γνωστή ως Ντιριντάουα.

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1920 και σπούδασε χορό στις σχολές Μοριάνοβ και Ζουρούδη. Από πολύ μικρή ρίχτηκε στη βιοπάλη, στη συνέχεια δούλεψε σε βαριετέ και σε «μπουλούκια», μέχρι που το 1937 ο Αττίκ την προσέλαβε στην περίφημη «Μάντρα» του. “Ντιριντάουα” ήταν το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο που της έδωσαν ο Ορέστης Λάσκος και ο Αττίκ. Η ίδια διηγήθηκε σε συνέντευξή της στο Ριζοσπάστη:

«Είχαμε πάει περιοδεία στην Αίγυπτο. Είχε τελειώσει ο πόλεμος των Ιταλών στην Αβησσυνία και οι μάχες στην πόλη Ντιριντάουα. Ήμουνα μικρή, ακόμα, ευλύγιστη και μαυροτσούκαλο και μ’ έβγαλαν Ντιριντάουα».

Στη συνέχεια δούλεψε στο Θίασο του Μακέδου, πρωταγωνίστρια, ως τα πρώτα χρόνια της Κατοχής (1942). Στην Κατοχή εντάχτηκε στο ΕΑΜ. Φυλακίστηκε και μετά την κατάρρευση των Ιταλών ξανάρχισε να παίζει, αλλά και να αγωνίζεται μέσα από το ΚΚΕ και το ΕΑΜ Θεάτρου.
“Το καλοκαίρι του 1942, στο καταπλημμυρισμένο από πλήθη θερινό Κέντρο “Αλκαζάρ” η Ντιριντάουα βγήκε στη σκηνή με απαράμιλλο θάρρος και φώναξε στον κόσμο: “Με συκοφαντούν ότι πρόδωσα Αγγλους. Είναι ψέμα. Εγώ είμαι Ελληνίδα! Ζήτω η Ελλάς – ζήτω η Αγγλία! “. Το τόλμημά της το πλήρωσε ακριβά: Οι Ιταλοί τη δίκασαν σε 1 χρόνο φυλακή και της απαγόρευσαν να εμφανισθεί ξανά σε θέατρο. Η συνειδητή καλλιτέχνιδα, μετά την αποφυλάκισή της, πήρε μέρος σε όλους τους αγώνες, τις διαδηλώσεις και κινητοποιήσεις του λαού κατά των καταχτητών. Είναι φυσικό τα ντόπια όργανα του φασισμού να εκφράζουν με τέτοια λύσσα το τυφλό μίσος τους ενάντια σε μια λαμπρή, αλύγιστη και πρωτοπόρα Ελληνίδα.” (Από ρεπορτάζ του Ριζοσπάστη)

Μετά τα Δεκεμβριανά συμμετείχε σ’ έναν ΕΑΜίτικο θίασο με τους: Γιαννίδη, Βεάκη, Παπαθανασίου, Παϊζη, Μανέλη, Ζέη, Οικονομίδη, που γύριζε την Ελλάδα. Με τη συμφωνία της Βάρκιζας γύρισαν στην Αθήνα και κρύφτηκαν.

Η Καίτη Ντιριντάουα κρυβόταν εφτά μήνες, μέχρι που ο επιχειρηματίας του θεάτρου “Ερμής” – το σημερινό “Βέμπο” – της πρότεινε να δουλέψει. Από εκείνη την περίοδο η ηθοποιός, πάντα συγκινημένη, θυμόταν την επίθεση των χιτών μέρα πρεμιέρας. «Μπαίνοντας στο θέατρο, αντί για καλή επιτυχία, άκουγα να μου λένε «καλή ψυχή».

Οκτώβρης 1944, Απελευθέρωση. Οι ηθοποιοί στην πρώτη γραμμή. Διακρίνονται οι Καίτη Ντιριντάουα, Αννα Λώρη και ο Σπ. Πατρίκιος, πρόεδρος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών

Την Τετάρτη 20 του Ιούνη 1945, το βράδυ, τρομοκρατικές ομάδες χιτών, δοσιλόγων και άλλων αποβρασμάτων που δρούσαν ασύδοτα την περίοδο του μεταβαρκιζιανού καθεστώτος πραγματοποίησαν δολοφονική επιδρομή στα Θέατρα “Ερμής” και “Λυρικόν” και επιτέθηκαν με βαναυσότητα εναντίον ηθοποιών και θεατών. Ο Ριζοσπάστης κατέγραψε στις σελίδες του το βάρβαρο γεγονός και δύο μέρες μετά, στις 22 του Ιούνη έδωσε, με πλήθος λεπτομερειών, ολοκληρωμένο ρεπορτάζ, όπου ανάμεσα στα άλλα αναφέρει:
«(…)Η ετοιμαζόμενη δολοφονική επίθεση διαφημιζότανε από τους ίδιους τους γκάγκστερς, οι οποίοι ένοπλοι και συντεταγμένοι κατά ομάδες είχαν ξεκινήσει από τα συνοικιακά κέντρα της Χ και είχαν πιάσει τις γωνίες των γύρω από τον “Ερμή” δρόμων αποφασισμένοι να σφάξουν, όπως έλεγαν, τη “Βουλγάρα”, όπως οι απάτριδες αποκαλούσαν τη δημοφιλή καλλιτέχνιδα και αγωνίστρια του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα Καίτη Ντιριντάουα.

(…) Στις 9.32 ακριβώς ένας χίτης από τη γαλαρία βγήκε και τους εσχεδίασε με τα χέρια του το συμβολικό σύνθημα Χ. Επακολούθησε η έφοδος.

Ηταν η ώρα ακριβώς που έκανε την εμφάνισή της η Ντιριντάουα. Μέσα στη θύελλα των χειροκροτημάτων και των λαϊκών εκδηλώσεων που υποδέχτηκε την καλλιτέχνιδα, οι γενίτσαροι της Χ εξαπέλυσαν την επίθεσή τους. Στην αρχή με αποδοκιμασίες και ακατονόμαστες βρισιές, έπειτα με καταιγισμό από πέτρες, αυγά και λεμόνια και στο τέλος με πυροβολισμούς προς τη σκηνή. Επακολούθησε πανδαιμόνιο. Οι θεατές και οι ηθοποιοί διατήρησαν την ψυχραιμία τους. Οι επιδρομείς, βλέποντας την εγκληματική ανοχή της αστυνομίας, πήραν θάρρος και όρμησαν προς τη σκηνή η οποία είχε κατέβει στο μεταξύ. Με ριπές αυτομάτων και περιστρόφων ανέβηκαν φωνάζοντας:

– Τη Βουλγάρα. Να σφάξουμε τη Βουλγάρα.

Όπως είναι γνωστό, από τους πυροβολισμούς και τα ρόπαλα των καννιβάλων τραυματίστηκαν θανάσιμα ο ηθοποιός Σταύρος Ιατρίδης και ελαφρότερα ο ηθοποιός Πατρίκιος, καθώς επίσης και περί τους δέκα θεατές, ανάμεσα στους οποίους ο Α. Δαμιανάκης σοβαρά στο κεφάλι. Πρέπει να σημειωθεί ότι το εγκληματικό σχέδιο της δολοφονίας της Ντιριντάουα ματαιώθηκε από τη σθεναρή στάση πενταμελούς ομάδας της Γενικής Ασφάλειας, η οποία με αποφασιστικότητα εμπόδισε τους δολοφόνους να πλησιάσουν στο καμαρίνι της καλλιτέχνιδας. Αναφέρουμε την περίπτωση αυτή γιατί είναι η μοναδική εξαίρεση της σκανδαλωδώς ανεκτικής απέναντι των χιτών στάσης όλης της άλλης αστυνομικής δύναμης. (…)

Καίτη Οικονόμου – Ντιριντάουα (1920-1996)

ΤΙ ΛΕΕΙ Η ΝΤΙΡΙΝΤΑΟΥΑ

Συντάκτης μας είδε την Ντιριντάουα που φιλοξενείται στα γραφεία της Γεν. Ασφάλειας για να προστατευθεί. Μας αφηγήθηκε ως εξής τα γεγονότα:

– Αρκετές μέρες πριν από την παράσταση άρχισαν οι απειλές, τα τρομοκρατικά τηλεφωνήματα και οι επιδρομές. Προ δέκα ημερών, στις 3 η ώρα τη νύχτα, πήγαν δύο εθνοφύλακες στο σπίτι μου και με φοβέρισαν ότι θα με σκοτώσουν. Είκοσι λεπτά πριν αρχίσει η παράσταση είχα επίσημη σχεδόν ειδοποίηση ότι οι χίτες του Θησείου ετοιμάζονται να κατέβουν “εν σώματι” να με σκοτώσουν. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά. Σε καμμιά πρόκληση δεν προέβην – το είδε αυτό ο κόσμος. Αυτοί είχαν αποφασίσει να με χτυπήσουν. Οταν ανέβηκα πάνω στη σκηνή, οι χίτες τράβηξαν κατ’ ευθείαν προς στο καμαρίνι μου πυροβολώντας. Με έσωσε ένα ευσυνείδητο όργανο της Γεν. Ασφάλειας, που στάθηκε με το αυτόματό του μπροστά στην πόρτα μου και τους εμπόδισε”.

Μεγάλο κίνδυνο διέτρεξε η καλλιτέχνιδα και την ώρα που έφευγε από το θέατρο. Ο αξιωματικός της Εθνοφυλακής της συνιστούσε να μη βγει ακόμα. Ο κ. Κανελλόπουλος, όμως, αστυνομικός διαμερισματάρχης, της είπε: Οχι να βγεις κι εγώ αναλαμβάνω την ευθύνη. Καθώς έμπαινε στο αυτοκίνητο, ένας χίτης την ανεγνώρισε και φώναξε: “Η Ντιριντάουα, απάνω της! “.

Το αυτοκίνητο, χωρίς αστυνομική συνοδεία, ξεκίνησε. Τρεις χίτες τρέχουν καταπόδι. Ο ένας το φθάνει και πηδά στο μαρσπιέ και αρπάζει τη μητέρα της καλλιτέχνιδας απ’ τον ώμο. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκαν πυροβολισμοί απ’ έξω και ο επιτεθής έπεσε χτυπημένος μέσα στο αυτοκίνητο. Η αστυνομία προσπάθησε να στηρίξει κατηγορία κατά της γρηάς μητέρας της Ντιριντάουα, ότι αυτή δήθεν είχε πιστόλι και… πυροβόλησε. Η ιατροδικαστική φυσικά εξέταση απέδειξε, ότι η σφαίρα ήρθε απ’ έξω, ασφαλώς απ’ τους ίδιους του χίτες, που πυροβολούσαν το αυτοκίνητο για να τρυπήσουν τα λάστιχα και να το σταματήσουν.»

Η Καίτη Ντιριντάουα κατάφερε να διαφύγει και τότε αρχίζουν οι διώξεις και η παρανομία. Μεγάλη Βδομάδα του 1947 βρέθηκε στο Μεταγωγών. Στη συνέχεια εξορία, πρώτα Μακρόνησος, μετά στη Χίο και στο Τρίκερι. Τα πόδια της σακατεύτηκαν. Έπαθε οξεία ρευματική αρθρίτιδα. Για αρκετά χρόνια πάλευε να ξαναπαίξει.

«Αγάπησα τον αγώνα περισσότερο απ’ το θέατρο. Είμαι ευχαριστημένη που μπόρεσα να βάλω ένα μικρό λιθαράκι στον αγώνα του λαού μας για τη δημοκρατία. Τη δημοκρατία που πιστεύουμε εμείς, την πραγματική. Είμαι περήφανη που κάτι πρόσφερα σ’ αυτό τον αγώνα», έλεγε.
Έπαιξε στο θέατρο ως το 1966. Πέθανε από ανακοπή της καρδιάς, σχεδόν ξεχασμένη, στις 9 του Φλεβάρη 1996, σε ηλικία 75 ετών.

«Είναι η μοίρα του ηθοποιού», έλεγε στο Ριζοσπάστη, «να τον λησμονούν όταν αποσύρεται. Βγήκα στη σκηνή 6-7 χρονών παιδί και πέρασα τόσα και τόσα… Άλλοι θορύβησαν πολύ γύρω από το πρόσωπό μου… Οι αντίπαλοι του αγώνα του λαού μας»…

Πηγή: fanthis.blogspot.com

Η «Φαρμακωμένη». Το ποίημα που έγραψε ο Διονύσιος Σολωμός για να υπερασπιστεί την «ατιμασμένη» φίλη του που ερωτεύτηκε έναν παντρεμένο και αυτοκτόνησε, γιατί δεν άντεξε την κοινωνική κατακραυγή

 
Τὸ κορμί σου ἐκεῖ μέσα στὸν τάφο
Τὸ στολίζει σεμνὴ παρθενιά,
Τοῦ κακοῦ σὲ ἀδικοῦσεν ὁ κόσμος,
Καὶ σοῦ φώναζε λόγια κακά.

Η μούσα του Διονυσίου Σολωμού για το ποίημα «Φαρμακωμένη» ήταν η τραγική Μαρία Παπαγεωργοπούλου.
Ο εθνικός ποιητής της Ελλάδας έγραψε το ποίημα το 1826 για να υπερασπίσει τη φίλη του, Μαρία, από τα κακά λόγια της κερκυραϊκής κοινωνίας.

Η νεαρή Μαρία είχε την κακή τύχη να ερωτευτεί έναν παντρεμένο άντρα.
Το ειδύλλιό τους έγινε γνωστό και ο κόσμος τη «μαστίγωσε» με τα λόγια

του.
Κανείς δεν ενδιαφέρθηκε να πιστοποιήσει την εγκυρότητα των πληροφοριών. Οι φήμες για έναν παράνομο έρωτα αρκούσαν για να την καταδικάσουν.
Η Μαρία ήταν φίλη του Διονυσίου και ο ποιητής με γενναιότητα μοιράστηκε μαζί της το βάρος της κοινωνικής κατακραυγής.
Ο Σολωμός δεν σταμάτησε να κοντράρει την κακία του κόσμου ούτε στιγμή και με κάθε τρόπο υποστήριζε την κοπέλα.

Η κερκυραϊκή κοινωνία του 19ου αιώνα όμως, ήταν άτεγκτη σε ζητήματα ηθικής τάξης.
Οι δήθεν ανήθικες γυναίκες, που τολμούσαν να ξεπεράσουν τα αυστηρά όρια που είχε θέσει ο κόσμος, δεν είχαν καμία ελπίδα να αποκατασταθούν.
Σε μια εποχή που η υπόληψη και η τιμή της γυναίκας ήταν η μοναδική της περιουσία, η Μαρία ήξερε ότι τίποτα δεν θα άλλαζε για εκείνη.

Η κοπέλα λύγισε και ηττήθηκε. Απελπισμένη, ήπιε δηλητήριο και πέθανε.

Ο Διονύσιος Σολωμός.

Ο ποιητής έγραψε:

«Τί ἔχεις;» σοῦ ῾πα καὶ σὺ μ᾿ ἀποκρίθης:
«Θὰ πεθάνω, φαρμάκι θὰ πιῶ».

Μὲ σκληρότατο χέρι τὸ πῆρες,
Ὡραία κόρη, κι αὐτὸ τὸ κορμί,
Ποὺ τοῦ ἔπρεπε φόρεμα γάμου,
Πικρὸ σάβανο τώρα φορεῖ.

Εκτός απ’ τη μοιχεία, η Μαρία, μετά θάνατον πια, είχε αποκτήσει και το στίγμα της αυτοκτονίας, που απαγορεύεται στον Χριστιανισμό.
Κανείς δεν έχει δικαίωμα να αφαιρέσει ζωή, ούτε καν τη δική του.

Η Μαρία δεν μπορούσε να ταφεί με ορθόδοξη τελετή.

Ο Σολωμός δεν άντεξε άλλο την υπερβολή του κόσμου και την αδικία.
Έγραψε τη «Φαρμακωμένη» για να σώσει ότι μπορούσε από την υστεροφημία της αγαπημένης του φίλης.
Ο ποιητής ήταν τόσο αγαπητός στον κόσμο, που οι περισσότεροι του έδωσαν συγχαρητήρια για το ποίημα, ακόμα και αν οι ίδιοι κατηγορούσαν τη Μαρία.

Όμως, δεν έλειψαν κι οι «φαρμακόγλωσσες», που διέδωσαν παντού ότι ο Σολωμός βιάστηκε να υπερασπίσει τη Μαρία, επειδή διατηρούσε ερωτικό δεσμό μαζί της.
Ο Διονύσιος απελπίστηκε με την αντίδραση του κόσμου. Πάσχισε να διαψεύσει τις φήμες, αλλά δεν τα κατάφερε εντελώς.



Οι φήμες
Ο ποιητής είχε αδυναμία στο «ωραίο» φύλο και οι ερωτοτροπίες του συχνά διασκέδαζαν τους κατοίκους της Κέρκυρας.
Οι ερωτικές του σχέσεις ήταν πάντα σύντομες και ο Σολωμός δεν παντρεύτηκε ποτέ.
Ο κόσμος έλεγε ότι είχε πάντα δύο πανέμορφες υπηρέτριες στο σπίτι του για να τις κοιτάζει και να εμπνέεται.
Ο Σολωμός συνήθιζε να λέει για τις γυναίκες: «Είναι κι αυτό ποίηση και μάλιστα από την εκλεκτότερη και αληθινότερη. Γιατί εδώ πλέον συνδυάζεται η ποίηση με την πραγματικότητα και η ιδέα με την ύλη».

Ο κόσμος πίστεψε πολύ εύκολα ότι η ανήθικη Μαρία είχε βρεθεί στην αγκαλιά του γυναικά ποιητή.
Έφτασαν στο σημείο να πουν ότι αποτέλεσμα του δεσμού τους ήταν μία νόθα κόρη τα ίχνη της οποίας είχαν χαθεί.

Η Κέρκυρα το 1800

Ο έρωτας του ποιητή
Το 1926 η νύφη του Σολωμού, Ελένη, αποκάλυψε μια τρυφερή ιστορία για τον ποιητή στην εφημερίδα «Το Βήμα».
Είπε ότι τη μοναδική φορά που ο Διονύσιος αγάπησε μια κοπέλα δεν τολμούσε καν να την πλησιάσει.
Απέφευγε να της μιλήσει και αρκούνταν να τη θαυμάζει από μακριά.
Οι φίλοι του απόρησαν με την παράξενη συμπεριφορά του και ο Σολωμός έδωσε την εξήγηση:

«Μόνο από μακριά μπορεί κανένας να διατηρήσει τα ιδανικά. Τα φτερά της πεταλούδας λιώνουν μόλις τα αγγίξει βέβηλο χέρι».

Δεν φλέρταρε ποτέ την εκλεκτή της καρδιάς του και έμεινε ανύπαντρος μέχρι τον θάνατό του, στις 9 Φεβρουαρίου του 1857.
Ήταν βαριά άρρωστος και είχε πάθει τρία εγκεφαλικά.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε απομονωμένος στο σπίτι του, μακριά από φίλους και συγγενείς.
Όταν πέθανε τον θρήνησε όλη η Κέρκυρα.

Ο τάφος του ποιητή

Άφησε πίσω του μια σημαντική ποιητική παρακαταθήκη και η μνήμη του μένει ζωντανή μέσω του Εθνικού Ύμνου, που συνοδεύει της ενδοξότερες στιγμές της ελληνικής ιστορίας.

Η Φαρμακωμένη

Τὰ τραγούδια μοῦ τἄλεγες ὅλα
Τοῦτο μόνο δὲν θέλει τὸ πεῖς,
Τοῦτο μόνο δὲν θέλει τ᾿ ἀκούσεις,
Ἄχ! τὴν πλάκα τοῦ τάφου κρατεῖς.

Ὦ παρθένα! ἂν ἠμπόρειαν οἱ κλάψαις
Πεθαμένου νὰ δώσουν ζωή,
Τόσαις ἔκαμα κλάψαις γιὰ σένα,
Ποὺ θελ᾿ ἔχεις τὴν πρώτη πνοή.

Συφορά! σὲ θυμοῦμ᾿ ἐκαθόσουν
Σ᾿ τὸ πλευρό μου μὲ πρόσωπο ἀχνὸ
«Τί ἔχεις» σοῦ ῾πα καὶ σὺ μ᾿ ἀποκρίθης
«Θὰ πεθάνω, φαρμάκι θὰ πιῶ».

Μὲ σκληρότατο χέρι τὸ πῆρες,
Ὡραία κόρη, κι αὐτὸ τὸ κορμί,
Ποὺ τοῦ ἔπρεπε φόρεμα γάμου,
Πικρὸ σάβανο τώρα φορεῖ.

Τὸ κορμί σου ἐκεῖ μέσα στὸν τάφο
Τὸ στολίζει σεμνὴ παρθενιά,
Τοῦ κακοῦ σὲ ἀδικοῦσεν ὁ κόσμος,
Καὶ σοῦ φώναζε λόγια κακά.

Τέτοια λόγια ἂν ἠμπόρειες ν᾿ ἀκούσεις,
Ὂχ τὸ στόμα σου τ᾿ ἤθελε βγεῖ;
«Τὸ φαρμάκι ποὺ ἐπῆρα, καὶ οἱ πόνοι,
Δὲν ἐστάθηκαν τόσο σκληροί.

Κόσμε ψεύτη! ταὶς κόραις ταὶς μαύραις
κατατρέχεις ὅσο εἶν᾿ ζωνταναίς,
Σκληρὲ κόσμε! καὶ δὲν τοὺς λυπᾶσαι
Τὴν τιμήν, ὅταν εἶναι νεκραίς.

Σώπα, σώπα! θυμήσου πὼς ἔχεις
Θυγατέρα, γυναίκα, ἀδελφή,
Σώπα ἡ μαύρη κοιμᾶται στὸ μνῆμα
καὶ κοιμᾶται παρθένα σεμνή.

Θὰ ξυπνήσει τὴν ὕστερη ἡμέρα,
Εἰς τὸν κόσμον ὀμπρὸς νὰ κριθεῖ,
Καὶ στὸν Πλάστη κινώντας μὲ σέβας
Τὰ λευκά της τὰ χέρια θὰ πεῖ:

«Κοίτα μέσα στὰ σπλάχνα μου, Πλάστη!
τὰ φαρμάκωσα ἀλήθεια ἡ πικρή,
καὶ μοῦ βγῆκε ὂχ τὸ νοῦ μου, Πατέρα
Ποὺ πλασμένα μοῦ τἄχες Ἐσύ.

Ὅμως κοίτα στὰ σπλάχνα μου μέσα,
Ποῦ τὸ κρίμα τοὺς κλαῖνε, καὶ πές,
Πὲς τοῦ κόσμου, ποὺ φώναξε τόσα,
Ἐδῶ μέσα ἂν εἶν᾿ ἄλλες πληγαίς».

Τέτοια ὀμπρὸς εἰς τὸν Πλάστη κινώντας
Τὰ λευκά της τὰ χέρια θὰ πεῖ.
«Σώπα, κόσμε! κοιμᾶται στὸ μνῆμα,
καὶ κοιμᾶται παρθένα σεμνή».


Το άρθρο Η «Φαρμακωμένη». Το ποίημα που έγραψε ο Διονύσιος Σολωμός για να υπερασπιστεί την «ατιμασμένη» φίλη του που ερωτεύτηκε έναν παντρεμένο και αυτοκτόνησε, γιατί δεν άντεξε την κοινωνική κατακραυγή δημοσιεύθηκε αρχικά στον δικτυακό τόπο ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ.

Διονύσιος Σολωμός 
1798 – 1857
     
Ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός γεννήθηκε στις 8 Απριλίου του 1798 στη Ζάκυνθο, ως εξώγαμο τέκνο του κόντε Νικόλαου Σολωμού και της υπηρέτριάς του Αγγελικής Νίκλη.

Σε πολύ μικρή ηλικία έμεινε ορφανός και το 1808 έφυγε για σπουδές στην Ιταλία, με τη συνοδεία του ιταλού δασκάλου του Ρώσση. Επτά χρόνια αργότερα πήρε το απολυτήριο από το Λύκειο της Κρεμόνας και γράφτηκε στο πανεπιστήμιο της Πάβιας, απ' όπου πήρε το πτυχίο της Νομικής. Παράλληλα με τις σπουδές στη νομική, για την οποία ουδέποτε ενδιαφέρθηκε, άρχισε να γράφει στίχους στην ιταλική γλώσσα, ενώ ήρθε σε επαφή με διαπρεπείς φιλοσόφους, φιλολόγους και αξιόλογους εκπροσώπους της λογοτεχνικής κίνησης της εποχής.

Το 1818 επέστρεψε στη Ζάκυνθο, όπου παρέμεινε για δέκα χρόνια. Εκεί άρχισε να γράφει τα πρώτα του αξιόλογα στιχουργήματα στα ελληνικά. Το πρώτο εκτενές ελληνικό ποίημά του και πλέον γνωστό είναι ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν, απόσπασμα του οποίου καθιερώθηκε ως Εθνικός μας Ύμνος. Λίγο αργότερα, συνέθεσε το λυρικό ποίημα Εις τον θάνατο του Λορδ Μπάυρον και ακολούθησαν Η καταστροφή των Ψαρών, Η Φαρμακωμένη, Ο Λάμπρος, Εις Μοναχήν, Ο Κρητικός, Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι, Ο Πορφύρας.

Στα τέλη του 1828 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Κέρκυρα, συνεχίζοντας την ενασχόλησή του με την ποίηση σχεδόν απομονωμένος. Δεν έκανε ούτε ένα ταξίδι στην ελευθερωμένη Ελλάδα, γιατί, όπως υποστηρίζεται, «δεν εσυνηθούσε να θεατρίζει στο εθνικό του φρόνημα αλλά μες το άγιο βήμα της ψυχής».

Στις 3 Φεβρουαρίου του 1849 παρασημοφορήθηκε με το Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος, διότι «με την ποίηση του διέγειρε τα αισθήματα του λαού στον αγώνα για εθνική ανεξαρτησία».

Πέθανε στις 9 Φεβρουαρίου του 1857 στην Κέρκυρα, ύστερα από αλλεπάλληλες εγκεφαλικές συμφορήσεις. Τα οστά του μεταφέρθηκαν το 1865 στη Ζάκυνθο και τοποθετήθηκαν αρχικώς σ' ένα μικρό μαυσωλείο στον τάφο του Κάλβου.

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ
Εις Μάρκο Μπότσαρη
Η Καταστροφή των Ψαρών
Η Ξανθούλα
Ο θάνατος του βοσκού
Ο Κρητικός
Προς τον κύριον Γεώργιον Δε Ρώσση ευρισκόμενον εις την Αγγλία
Ύμνος εις την Ελευθερίαν

ΠΗΓΗ: sansimera.gr


Σαν σήμερα, 8 Φεβρουαρίου 1980, έφυγε από τη ζωή μια από τις σημαντικότερες φωνές του ελληνικού τραγουδιού και ένας από τους μεγαλύτερους λυράρηδες της Κρήτης, ο Νίκος Ξυλούρης.

Τα παιδικά χρόνια

Ο Νίκος Ξυλούρης γεννήθηκε στις 7 Ιουλίου 1936 στα Ανώγεια Ρεθύμνου. Στις 13 Αυγούστου του 1941 οι γερμανοί κατακτητές εισέβαλαν στο χωριό του και το έκαψαν. Οι κάτοικοι, μαζί τους και ο πεντάχρονος Νίκος, εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες στην κοιλάδα του Μυλοποτάμου, για να επιστρέψουν στον τόπο τους τρία χρόνια αργότερα, μετά την απελευθέρωση.

Πέρασε τα παιδικά του χρόνια σε πολύ αντίξοες συνθήκες, όπως και όλοι οι συγχωριανοί του. Η ανάγκη της επιβίωσης τον φέρνει στο Ηράκλειο, όπου πολύ σύντομα δείχνει την ιδιαίτερη κλίση του στη μουσική. Ο ίδιος αφηγούταν ότι πολύ μικρός άκουσε ένα συγγενή του να παίζει λύρα και από τότε του καρφώθηκε η ιδέα να μάθει το όργανο.

Τελικά, μετά τις αντιρρήσεις του πατέρα του, αλλά και την υποστήριξη του δασκάλου του, σε ηλικία 10 ετών αποκτά την πρώτη του λύρα. Σταματά το σχολείο στην 3η δημοτικού και αρχίζει τα μαθήματα δίπλα στο λυράρη Λεωνίδα Κλάδο. Μετά από ενάμιση χρόνο παίζει σε γάμους, βαφτίσια και γιορτές, ως «παιδί θαύμα», σ΄ όλη την Κρήτη.


Εικόνα από το γάμο του Ξυλούρη
Στα 17 του αποφάσισε να μετακομίσει στο Ηράκλειο και έπιασε δουλειά στο νυχτερινό κέντρο «Κάστρο». Τα πράγματα όμως δεν ήταν όπως τα περίμενε γιατί βρέθηκε αντιμέτωπος με τη «μόδα» της Ευρωπαϊκής μουσικής, κάτι τελείως ξένο για αυτόν. Τα έσοδα του μόλις και μετά βίας έφταναν να τον συντηρήσουν και πέρασε δύσκολες εποχές. Γνώρισε την Ουρανία Μελαμπιανάκη, στις 21 Μαΐου του 1958 παντρεύτηκαν και τον ίδιο Σεπτέμβρη μετακόμισαν στο Ηράκλειο Κρήτης.

Ηράκλειο- Αθήνα

Σιγά σιγά οι Κρητικοί άρχισαν να τον στηρίζουν και να οργανώνουν γλέντια για να τον ακούν να παίζει. Έτσι άρχισε να γίνεται γνωστός και το Νοέμβριο του 1958 ηχογράφησε τον πρώτο του δίσκο με τίτλο «Μια μαυροφόρα που περνά». Ο δίσκος αγαπήθηκε από το κοινό κι έτσι ο Νίκος ηχογράφησε κι άλλα τραγούδια σε δίσκους των 45 στροφών. Το 1960 γεννήθηκε ο γιος του Γιώργος και το [1966 η κόρη του Ρηνιώ. Την χρονιά της γέννησης της κόρης του κέρδισε και το πρώτο βραβείο σε ένα φεστιβάλ μουσικής στο Σαν-Ρέμο παίζοντας με τη λύρα του ένα συρτάκι. Την επόμενη χρονιά άνοιξε στο Ηράκλειο το μουσικό κέντρο «Ερωτόκριτος».



Το 1969 ηχογράφησε με μεγάλη επιτυχία το δίσκο «Ανυφαντού» και λίγους μήνες αργότερα εμφανίστηκε και πάλι σε Αθηναϊκό μουσικό κέντρο. Οι καταστάσεις όμως πλέον είχαν ωριμάσει και ο κόσμος τον υποστήριζε περισσότερο. Έτσι μετακόμισε και πάλι στην Αθήνα. Γνώρισε τον ποιητή και σκηνοθέτη Ερρίκο Θαλασσινό ο οποίος αποφάσισε να τον συστήσει στο Γιάννη Μαρκόπουλο και έτσι ξεκίνησε μια λαμπρή συνεργασία με το δίσκο «Χρονικό» και τα «Ριζίτικα». Παράλληλα γνωρίστηκε με τον διευθυντή της δισκογραφικής εταιρίας COLUMBIA, Τάκη Λαμπρόπουλο, και έγιναν κουμπάροι.

Σύμβολο αντίστασης

Τον Μάιο του 1971 Ξυλούρης και Μαρκόπουλος, ξεκινούν κοινές εμφανίσεις στην μπουάτ «Λήδρα» στην Πλάκα. Μέσα στην καρδιά της δικτατορίας η φωνή του Ξυλούρη, είτε λέει τα τραγούδια του Μαρκόπουλου, είτε παραδοσιακά τραγούδια της Κρήτης, γίνεται σημαία αντίστασης. «Πότε θα κάνει ξαστεριά» ,»Αγρίμια κι αγριμάκια μου»…Ακολουθούν δυο ακόμα κύκλοι τραγουδιών του Γιάννη Μαρκόπουλου, η «Ιθαγένεια» και ο «Στρατής ο θαλασσινός» αλλά και συνεργασίες με τον Σταύρο Ξαρχάκο («Διόνυσε καλοκαίρι μας», «Συλλογή»), τον Χριστόδουλο Χάλαρη («Τροπικός της παρθένου», «Ακολουθία») και τον Χρήστο Λεοντή («Καπνισμένο τσουκάλι»).


Μαρκόπουλος- Ξυλούρης
Το καλοκαίρι του 1973 κρατά τον καθοριστικό ρόλο τραγουδιστή σε μια παράσταση που ανεβάζουν η Τζένη Καρέζη και ο Κώστας Καζάκος στο θέατρο «Αθήναιον» με αντικείμενο την ιστορική διαδρομή της Ελλάδας στα νεότερα χρόνια. Είναι «Το μεγάλο μας τσίρκο» (διαβάστε εδώ το αφιέρωμα του «Ημεροδρόμου» για την παράσταση). Μέσα από τις αναφορές και τα τραγούδια του βρίσκει τρόπο έκφρασης το τεταμένο πολιτικό κλίμα που οδηγεί στην εξέγερση του Πολυτεχνείου. Είναι από τις ελάχιστες επώνυμες παρουσίες στο χώρο που βλέπουν το φως της δημοσιότητας από τις εφημερίδες εκείνων των ημερών.

Ο Νίκος Ξυλούρης στην εξέγερση του Πολυτενείου
Ο Νίκος Ξυλούρης στην εξέγερση του Πολυτενείου
«Ο Νίκος Ξυλούρης ήταν χτες στο Πολυτεχνείο» ενημερωνουν, μετατρέποντας τον ήδη φορτισμένο πολιτικά τραγουδιστή σε «Κόκκινο πανι» της μεταλλαγμένης δικτατορικής κυβέρνησης που ακολουθεί. Από τη «Λήδρα» στην «Αρχόντισσα», μετά στην «Αποσπερίδα». Ξανά στη «Λήδρα», μετά στο «Κύτταρο» και στο «Θεμέλιο». Είναι οι έξι σταθμοί του στις μπουάτ μέχρι το 1979. Τα μεταπολιτευτικά χρόνια τραγουδά κάποια ακόμα τραγούδια του Χρήστου Λεοντή, του Σταύρου Ξαρχάκου και του Γιάννη Μαρκόπουλου.

Η τελευταία περίοδος

Παράλληλα ηχογραφεί τα «Αντιπολεμικά» τραγούδια του Λίνου Κόκοτου και του Δημήτρη Χριστοδούλου και κάποια μελοποιημένα από τον Ηλία Ανδριόπουλο ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη. Επανέρχεται όμως και στα παραδοσιακά τραγούδια της Κρήτης, ενώ λέει και κάποια λαϊκά τραγούδια του Στέλιου Βαμβακάρη. Με τον «Αργαλειό», το «Φιλεντέμ», τον «Πραματευτή» αλλά και το «Μεσοπέλαγα αρμενίζω» ακούγεται ξανά έντονα η φωνή του. Τώρα λέει και πάλι «τραγούδια ζωής». Είναι όμως η τελευταία φορά που ακούγεται.


Ύστερα από ταλαιπωρία ενός χρόνου με την επάρατη νόσο, φεύγει για πάντα στις 8 Φεβρουαρίου του 1980.





imerodromos.gr

Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης πέθανε στις 7 Φεβρουαρίου 2017 στην Αθήνα, σε ηλικία 73 ετών.

Σαν σήμερα στις 7 Φεβρουαρίου 2017  η φωνή του Λουκιανού Κηλαηδόνη σίγησε, αφήνοντας πίσω της υπέροχα τραγούδια και το μοναδικό, για τα ελληνικά δεδομένα, πάρτι στη Βουλιαγμένη…

Το Αρχείο της ΕΡΤ, τιμώντας τη μνήμη του Λουκιανού Κηλαηδόνη, ψηφιοποίησε και παρουσιάζει την εκπομπή: «Οι νότες και τα λόγια – Λουκιανός Κηλαηδόνης»

Στην εκπομπή, που προβλήθηκε το 1988, η Μαλβίνα Κάραλη φιλοξενεί τον Λουκιανό Κηλαηδόνη, ο οποίος μιλά για τη δουλειά του και ερμηνεύει τραγούδια του που αγαπήθηκαν πολύ από τον κόσμο.

Ο συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής αναφέρεται στο δίσκο του «Μικροαστικά», ο οποίος περιλαμβάνει ποιήματα του Γιάννη Νεγρεπόντη μελοποιημένα από τον ίδιο. Η συγκεκριμένη δουλειά κυκλοφόρησε μέσα στη δικτατορία, αρχικά σε παράνομες κασέτες, και έφτασε μέχρι το εξωτερικό. Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης εξηγεί πώς συνέβη αυτό, τονίζοντας: «Είναι μια δουλειά που την αγαπάω ιδιαίτερα και που νομίζω ότι ήταν αυτή που με πρωτοέβαλε στο δρόμο το δικό μου. Δηλαδή σταμάτησα να γράφω τα ελαφρολαϊκά και ασχολήθηκα λίγο περισσότερο με τις δικές μου αναμνήσεις, τα δικά μου βιώματα και μουσικές καταστάσεις που ήθελα και εξέλιξα στην πορεία της δουλειάς μου». Παράλληλα ερμηνεύει τραγούδια από την συγκεκριμένη δισκογραφική δουλειά.

Επίσης γίνεται αναφορά στη μουσική που έχει γράψει για τον κινηματογράφο, ενώ προβάλλεται απόσπασμα από την ταινία «Ελευθέριος Βενιζέλος», του Παντελή Βούλγαρη, στο οποίο η Άννα Καλουτά ερμηνεύει ένα από τα τραγούδια του Λουκιανού Κηλαηδόνη, σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου. Μιλά όμως και για τον δίσκο του «Fifties & Ξερό Ψωμί», για τα τραγούδια της δεκαετίας του ’50, ενώ ερμηνεύει κάποια από αυτά, αλλά και κομμάτια από άλλες δισκογραφικές δουλειές του, που γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Στην εκπομπή προβάλλεται επίσης βίντεο από μια συναυλία του στο Λυκαβηττό, με τους Σταμάτη Φασουλή, Μίνα Αδαμάκη, Μίμη Χρυσομάλλη και Άννα Παναγιωτοπούλου να ερμηνεύουν τραγούδια που έγραψε για το Ελεύθερο Θέατρο, με τον ίδιο να τους συνοδεύει στο πιάνο, όπως κι ένα βίντεο από παλαιότερη εκπομπή της ΕΡΤ (1984), στο οποίο ο Λουκιανός Κηλαηδόνης ερμηνεύει το τραγούδι του «Τα θερινά τα σινεμά» μαζί με τον Γιώργο Νταλάρα και τον Γιάννη Πάριο.
www.documentonews.gr



Εμείς θα θυμίσουμε μόνο δυο πράγματα. Το εξώδικο που έστειλε ο Λουκιανός Κηλαηδόνης στην εφημερίδα «ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ» που –παρά την άρνηση και την αντίθεσή του ίδιου- χρησιμοποείησε το πασίγνωστο τραγούδι του «Ο Μικρός Ήρως» σε διαφημιστικό τηλεοπτικό της σποτ.  Είχε δηλώσει τότε ορθά κοφτά: «Το "Πρώτο Θέμα" δεν το διαβάζω, δεν ανήκω στον πολιτικό χώρο που εκφράζει και το απεχθάνομαι. Δεν θέλω να συνδεθεί η μουσική μου με τη συγκεκριμένη εφημερίδα, διότι μου είναι αντιπαθής με όσα έχει κάνει μέχρι τώρα».

Από κει και πέρα παραθέτουμε ένα βίντεο που θα μπορούσε να θεωρηθεί και ντοκουμέντο.Είναι από την παρουσία του Λουκιανού Κηλαηδόνη στο φεστιβάλ των «Αναιρέσεων 2013» στη Γεωπονική. Εκεί τον ακούμε να τραγουδάει "Τον μικρό ήρωα" -ένα τραγούδι σε μουσικά και στίχους δικούς του- με το ενδιαφέρον να εστιάζεται ότι ανάμεσα σε ρεφρέν και κουπλέ, κάνει μουσική αναφορά στον Ύμνο του ΕΛΑΣ


ΒΑΘΥ ΚΟΚΚΙΝΟ

Λουκιανός Κηλαηδόνης
Δημοφιλής τραγουδοποιός, που εμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Τα τραγούδια του μιλούν με χιούμορ και λεπτή ειρωνεία για συμβάντα της καθημερινότητας και αντλούν μουσικά στοιχεία από την τζαζ της εποχής του σουίνγκ, την ελαφρά και κινηματογραφική μουσική.



Δημοφιλής και ξεχωριστός τραγουδοποιός, που εμφανίστηκε στο ελληνικό μουσικό προσκήνιο στις αρχές της δεκαετίας του ‘70. Τα τραγούδια του μιλούν με χιούμορ και λεπτή ειρωνεία για συμβάντα της καθημερινότητας και αντλούν μουσικά στοιχεία από την τζαζ της εποχής του σουίνγκ, την ελαφρά και κινηματογραφική μουσική. Σταθμούς στην πολύχρονη καριέρα του αποτελούν η μουσική επιμέλεια της ταινίας του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Ο Θίασος» (1975) και το περίφημο «Πάρτυ στη Βουλιαγμένη» (1983), που θεωρήθηκε το ελληνικό Γούντστοκ.

Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης γεννήθηκε στις 15 Ιουλίου 1943 στην Αθήνα και μεγάλωσε στην Κυψέλη. Από τα πέντε χρόνια του άρχισε να μαθαίνει πιάνο, αλλά ποτέ δεν πήρε πτυχίο μουσικής. Αντίθετα, έλαβε πτυχίο Αρχιτεκτονικής από το ΕΜΠ, αλλά ποτέ δεν εξάσκησε το επάγγελμα του αρχιτέκτονα, καθώς τον απορρόφησε ολοκληρωτικά η μουσική.

Το 1970 γράφει τη μουσική για τη θεατρική παράσταση του έργου της Κωστούλας Μητροπούλου «Η Πόλη μας». Τα τραγούδια της παράστασης κυκλοφόρησαν σε δίσκο τον επόμενο χρόνο με ερμηνευτές τη Βίκυ Μοσχολιού και τον Μανώλη Μητσιά. Το 1972 κυκλοφορεί τον δίσκο «Κόκκινη Κλωστή» σε στίχους του Νίκου Γκάτσου, με ερμηνευτές τον Μανώλη Μητσιά και τη Δήμητρα Γαλάνη.

Το 1973 κυκλοφορούν σε κόκκινο βινύλιο τα «Μικρoαστικά» σε στίχους Γιάννη Νεγρεπόντη, όπου για πρώτη φορά ο Λουκιανός ερμηνεύει δικές του συνθέσεις. Τα τραγούδια προτού εκδοθούν σε δίσκο κυκλοφορούσαν παράνομα στη διάρκεια της δικτατορίας και γίνονται σημείο αναφοράς για μία ολόκληρη γενιά. Επόμενος δίσκος του τα «Απλά μαθήματα πολιτικής οικονομίας» (1975), πάλι σε στίχους του Γιάννη Νεγρεπόντη. Το 1976 κυκλοφορεί τον ορχηστρικό δίσκο «Media Luz», που είναι το σάουντρακ μιας υποθετικής ταινίας φιλμ νουάρ.

Ο δίσκος του «Είμαι ένας φτωχός και μόνος καουμπόυ» (1978) είναι ο πρώτος στον οποίο συνθέτει, γράφει και ερμηνεύει τα τραγούδια του. Δύο από τα τραγούδια του δίσκου ερμηνεύει η Βίκυ Μοσχολιού. Ακολουθούν οι δίσκοι «Ψυχραιμία Παιδιά» (1979), «Χαμηλή πτήση» (1982), «Τραγούδια για κακά παιδιά» (1986), «Γιατί θα γίνω μαραγκός» (1990) κι ένας δίσκος με τραγούδια της δεκαετίας του ‘50 με τίτλο «Fifties και ξερό ψωμί» (1988).

Το 1993 κυκλοφορεί το διπλό άλμπουμ «Αχ! Πατρίδα μου γλυκειά», που είναι μία καταγραφή της μουσικής πορείας της Ελλάδας τα τελευταία πενήντα χρόνια. Στη δουλειά αυτή παρουσιάζονται δισκογραφικά για πρώτη φορά κατηγορίες τραγουδιών που ανήκουν στο χώρο της προφορικής παράδοσης, όπως σχολικά, τραγούδια της γειτονιάς, του δρόμου, της κατασκήνωσης, του κατηχητικού, προσκοπικά και ακόμη επτανησιακά, καντάδες, ελαφρά και ρεμπέτικα. Ήταν η ηχογραφημένη εκδοχή ενός λαϊκού μιούζικαλ που είχε παρουσιάσει το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς στο θέατρο του Λυκαβηττού.

Το 1998 κυκλοφόρησε τον «ζωντανό» δίσκο «Νέα Κυψέλη - Νέα Ορλεάνη», με την τζαζ μπάντα από τη Νέα Ορλεάνη Preservation Hall Jazz Band, κάνοντας ένα από τα όνειρά του πραγματικότητα, και το 2002 «Τα φανταρίστικα» σε στίχους ανώνυμων φαντάρων, που είχαν δημοσιευτεί στη στήλη «Φαντάρε πού πας;» της «Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας».

Παράλληλα με τη δισκογραφική του δουλειά έγραφε μουσική για το θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Συνεργάστηκε με το «Ελεύθερο Θέατρο» – «Ελεύθερη Σκηνή» (μουσική από τις παραστάσεις του περιέχεται στο διπλό άλμπουμ «Πάμε μαέστρο») και ήταν ο βασικός συνθέτης των παραστάσεων του «Θεσσαλικού Θεάτρου» της πρώτης περιόδου. Συνεργάστηκε, επίσης, με το Εθνικό Θέατρο, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, το Λαϊκό Θέατρο του Λεωνίδα Τριβιζά και την παιδική σκηνή της Ξένιας Καλογεροπούλου.

Στη μεγάλη οθόνη εμφανίσθηκε το 1971 με τη μουσική της ταινίας του Παύλου Παρασχάκη «Δάκρυα για έναν αλήτη», ενώ το 1975 επιμελήθηκε τη μουσική της ταινίας του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Ο Θίασος». Ξανασυνεργάστηκε με τον Αγγελόπουλο στην ταινία «Οι κυνηγοί» (1977) και το 1980 έγραψε τη μουσική για την ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Ελευθέριος Βενιζέλος». Συνέθεσε μουσική για βιντεοταινίες («Άλλος Χαβάη, άλλος πληρώνει», «Βαγγελίτσα πάρ...τη γκλίτσα» κ.ά.) και τηλεοπτικές εκπομπές και σειρές («Το κανάλι της Βαγγελίτσας», «Βίοι παράλληλοι του εμφυλίου» κ.ά.).

Όλα αυτά τα χρόνια ο Λουκιανός έκανε πάρα πολλές συναυλίες σε ολόκληρη την Ελλάδα και στην Κύπρο. Γνωστότερη από αυτές είναι το περίφημο «Πάρτυ στη Βουλιαγμένη» στην πλαζ της Βουλιαγμένης τον Ιούλιο του 1983, που συγκέντρωσε περίπου 70.000 κόσμο. Θεωρήθηκε το ελληνικό Γούντστοκ και ο Λουκιανός με αυτή τη συναυλία ήταν ο πρώτος καλλιτέχνης που έβγαλε τις συναυλίες από τα γήπεδα και τα θέατρα σε φυσικούς χώρους.

Το 1999 δημιούργησε, μαζί με τη σύζυγό του Άννα Βαγενά, τον δικό του χώρο τον πολυχώρο «Μεταξουργείο» στην ομώνυμη συνοικία της Αθήνας, όπου δραστηριοποιήθηκε μέχρι την τελευτή του βίου του. Το καλοκαίρι του 2006 συνεργάστηκε με την Κρατική Ορχήστρα Ελληνικής Μουσικής (ΚΟΕΜ), πραγματοποιώντας συναυλίες στην Ελλάδα, το εξωτερικό, καθώς και στο Ηρώδειο, από όπου προέκυψε το διπλό άλμπουμ «Μ’ αγιόκλημα και γιασεμιά».

Ήταν παντρεμένος με την ηθοποιό και πολιτικό Άννα Βαγενά, με την οποία απέκτησαν δύο κόρες, την ηθοποιό Γιασεμή Κηλαηδόνη και την τραγουδίστρια Μαρία Κηλαηδόνη.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο δημοφιλής καλλιτέχνης αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας. Έπασχε από την καρδιά του και αργότερα προσβλήθηκε από καρκίνο των πνευμόνων, όπως είχε εκμυστηρευθεί σε μία του συνέντευξη.

Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης πέθανε στις 7 Φεβρουαρίου 2017 στην Αθήνα, σε ηλικία 73 ετών.


Πηγή: https://www.sansimera.gr

Δημήτρης Μητροπάνος: Στου αιώνα την παράγκα – Ο καλύτερος δίσκος του Μητροπάνου και του Μικρούτσικου (ακούστε εδώ)


Στου αιώνα την παράγκα (1996)
ΘΑΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΣ – ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΗΤΡΟΠΑΝΟΣ
ΑΛΚΗΣ ΑΛΚΑΙΟΣ – ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ – ΚΩΣΤΑΣ ΛΑΧΑΣ – ΛΙΝΑ ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ.


0:01 Λούνα παρκ 3:11 Ρόζα 7:51 Ατάκες 11:41 Ο τυμβωρύχος 15:29 Σαν πλανόδιο τσίρκο 18:54 Πατησίων και Παραμυθιού γωνία 23:53 Μια παλιά φωτογραφία 26:35 Πάντα γελαστοί 30:32 Δημώδες 34:43 Κόσμε μού ‘γινες πληγή 38:51 Ο άγγελος 41:20 Για μια Ντολόρες 45:10 Θα κόψω το κεφάλι σου 47:53 Τα πλοία των ερώτων




«Βάλετε φόρους βάλετε εις την πτωχή μας ράχη
ποτίστε με το αίμα μας την άρρωστη πατρίδα (...)
Του κρέατός μας κόβετε καμμιά παχειά λωρίδα
και τρώγετέ την λαίμαργα μαζί με την πατρίδα»

(Γεώργιος Σουρής, 1883)

Σαν σήμερα το 1853 γεννήθηκε ένας από τους σπουδαιότερους σατιρικούς ποιητές της νεότερης Ελλάδας, έχοντας χαρακτηριστεί ως «σύγχρονος Αριστοφάνης». Ο Γιώργος Σουρής. (Εδώ μπορείτε να διαβάσετε την βιογραφία του).

Εμείς –ως συνήθως- θα κάνουμε μια άλλη προσέγγιση. Θα αναφερθούμε στον δημοσιογράφο και ποιητή Γεώργιο Σουρή ο οποίος από το 1880 είχε εντοπίσει και περιγράφει τον τύπο του Ρωμιού που ρουφά αχόρταγα τις ειδήσεις και την αρθρογραφία των εφημερίδων και πολιτικολογεί στα καφενεία, πιστεύοντας ότι είναι ο καταλληλότερος να λύσει τα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα της χώρας.

Σ’ αυτό θα μας βοηθήσει το βιβλίο του Νέαρχου Γεωργιάδη «Ο Μάρκος όπως τον γνώρισα. Ο Βαμβακάρης από το Α ως το Ω».


«Ο ΡΩΜΙΟΣ

Στον καφενέ απέξω, σαν μπέης ξαπλωμένος τον ήλιου τις αχτίνες αχόρταγα ρουφώ και στων εφημερίδων τα νέα βυθισμένος κανέναν δεν κοιτάζω, κανέναν δεν ψηφώ.
Σε μια καρέκλα το ’να ποδάρι μου τεντώνω το άλλο σε μιαν άλλη, κι ολίγο παρεκεί αφήνω το καπέλο και αρχινώ με τόνο τους υπουργούς να βρίζω και την πολιτική.

Ψυχή μου, τι λιακάδα, τι ουρανός, τι φύσις!
Αχνίζει εμπροστά μου ο καϊμακλής καφές κι εγώ κατεμπνευσμένος για όλα φέρνω κρίσεις και μόνος μου τις βρίσκω μεγάλες και σοφές.

Βρίζω Εγγλέζους, Ρώσους και όποιους άλλους θέλω και στρίβω το μουστάκι μ ’ αγέρωχο πολύ
και μέσα στο θυμό μου κατά διαβόλου στέλλω τον ίδιον εαυτό μου και γίνομαι σκυλί.

Φέρνω το νου στο Διάκο και εις τον Καραΐσκο, κατενθουσιασμένος τα γένια μου μαδώ, τον Έλληνα εις όλα ανώτερο τον βρίσκω κι απάνω στην καρέκλα χαρούμενος πηδώ.

Τη φίλη μας Ευρώπη με πέντε φασκελώνω, απάνω στο τραπέζι το γρόθο μου χτυπώ…
Εχύθη ο καφές μου τα ρούχα μου λερώνω κι όσες βλασφημίες ξέρω αρχίζω να τις πω.
Στον καφετζή ξεσπάω, φωτιά κι εκείνος παίρνει αμέσως άνω κάτω τον κάνω τον μπουφέ τον βρίζω και με βρίζει, τον δέρνω και με δέρνει και τέλος δεν πληρώνω δεκάρα στον καφέ.

(Σουρής, 1996, σελ. 100)


Την ίδια χρονιά, σε άλλο σατιρικό ποίημά του, ο Σουρής ισχυρίζεται ότι ακόμα κι ο παράδεισος είναι δυσάρεστος στο Ρωμιό, επειδή εκεί δε συζητούν καθόλου πολιτικά. Έτσι, παρακαλάει το θεό να τον στείλει στην κόλαση, για να μπορεί να ακούει πολιτικές συζητήσεις και να συμμετέχει σ’ αυτές:


 «Ο ΡΩΜΙΟΣ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ

«Θεούλη μου, τι σου ’λθε να μ ’ αγιάσεις;
Νομίζεις πως θα μ ’ έμελλε καθόλου αν ήθελες και μένα να κολάσεις και μ ’ έστελνες παρέα του διαβόλου;
Μ’ αρέσει ο παράδεισος, αλήθεια, χωρίς δουλειά σκοτώνω τον καιρό, διαβάζω συναξάρια, παραμύθια κι ακούω και τραγούδια θεϊκά, μα έλα που δεν έχετε συνήθεια να λέτε κι ένα δυο πολιτικά.
Συ κυβερνάς για πάντα με γαλήνη και ώρα απ’ τον θρόνο σου δεν πέφτεις.

«Ας ήτο δυνατόν θεός να γίνει και άλλος σαν εσένα, λίγο ψεύτης, να μοιρασθεί των ουρανών τ’ ασκέρι, να πάνε και με κείνον οι μισοί, να έρχεται αυτός, να πέφτεις συ, να γίνεται λιγάκι νταραβέρι…
Μα όλα εδώ είναι τακτικά, ο ουρανός θεό εσένα ξέρει και δεν μιλούν ποτέ πολιτικά. Εδώ που μ ’ ησυχία όλοι ζούνε για μένα είναι κόλασις μεγάλη.
Πολιτικά τ ’ αυτιά μου ας ακούνε κι αν είμαι και στην κόλαση, χαλάλι!

«Αν είχες εις τον νου να με κολάσεις και μ’ έφερες κοντά σου για ποινή, να, κόλασις για με αληθινή…
Μα φθάνει πια, θεέ μου, μη με σκάσεις και διώξε με, στο λέω παστρικά, γιατί αλλιώς στιγμή δεν θα 'συχάσεις και μόνος θα μιλώ πολιτικά.

(Σουρής, 1996, σελ. 108)


Ο Σουρής δεν είχε άδικο όταν έβλεπε το Νεοέλληνα σαν ένα τύπο με ζωηρό και καθημερινό ενδιαφέρον για την πολιτική, ένα ενδιαφέρον που έφτανε στα όρια της μανίας.
Η Ελλάδα έχει ένα παρελθόν τριών χιλιετηρίδων στη δημιουργία και τη χρήση πολιτικών εννοιών και πολιτικής ορολογίας.
Λέξεις που σήμερα βρίσκονται σε παγκόσμια χρήση, όπως «δημοκρατία», «τυραννία», «αριστοκρατία», έχουν ελληνική προέλευση και φυσικά εκφράζουν τις αντίστοιχες πολιτικές έννοιες.

Στην Ελλάδα από την αρχαιότητα είχαν δοκιμαστεί και εναλλαχτεί τα διάφορα πολιτικά συστήματα και οι διάφορες μορφές εξουσιών.
Η εξουσία του ενός (μοναρχία), η εξουσία των ολίγων (ολιγαρχική αριστοκρατία), η εξουσία των πολλών (δημοκρατία), οι εκλογές με άμεση «ψηφοφορία, οι γενικές συνελεύσεις του λαού για διατύπωση πολιτικών απόψεων (εκκλησία του δήμου) και άλλα πολλά…

Η πολιτική παράδοση χιλιετηρίδων ήταν φυσικό να δημιουργήσει για τους Νεοέλληνες, μια μεγάλη πολιτική κουλτούρα και να τους προικίσει με μια σημαντική κληρονομιά πολιτικών όρων και εννοιών.
Η έννοια της δημοκρατίας που βρισκόταν και βρίσκεται πάντα σε καθημερινή χρήση, δίνει στο Ρωμιό την εντύπωση ότι έχει το δικαίωμα να κρίνει τους πάντες και τα πάντα χωρίς να υφίσταται τιμωρία. Συνεπώς η τάση για πολιτικολογία, που δεν τη βρίσκεις σε πολλά άλλα έθνη, οφείλεται σ’ αυτή την πολιτική κληρονομιά κι αντίληψη.

Εξάλλου, ο θεσμός των καφενείων που είναι πάντα εφοδιασμένα με εφημερίδες πολιτικής ειδησεογραφίας, βοηθά την πολιτική συζήτηση. Γνωστοί και άγνωστοι άνθρωποι συναντιούνται στα καφενεία, περνούν αρκετές ώρες της ημέρας εκεί, και για να βρεθεί κοινό έδαφος επικοινωνίας, πρέπει να συζητούν θέματα γνωστά σε όλους: θέματα πολιτικής, κοινωνικής, καλλιτεχνικής, ακόμα και αθλητικής επικαιρότητας.

Ειδικότερα στην Ελλάδα των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα, η πόλωση μεταξύ βενιζελικών και βασιλοφρόνων ήταν τόσο μεγάλη και οδηγούσε σε τόσο πολλές και κρίσιμες πολιτικές και πολεμικές περιπέτειες, ώστε έβαζε φωτιά στα πολιτικά ενδιαφέροντα όλων των Νεοελλήνων και φυσικά τροφοδοτούσε τις πολιτικές συζητήσεις στα καφενεία και στους δημόσιους χώρους.
Ο Ρωμιός του Σουρή που κριτικάρει τους πάντες και τα πάντα, τους Έλληνες και ξένους εξουσιαστές, που δεν μπορεί να ζήσει χωρίς πολιτικές συζητήσεις, ήταν μια καθημερινή και γενικευμένη πραγματικότητα.

ΒΑΘΥ ΚΟΚΚΙΝΟ